Παρασκευή 13 Ιανουαρίου 2012

Story Vol. 3 :Όταν έκλαψε η Μαρία…


Η Μαρία ξύπνησε εκείνο το συννεφιασμένο πρωινό, λίγο μετά τις  10 και έπρεπε να ετοιμαστεί γρήγορα για τη δουλειά.










Όπως κάθε μέρα, έπλυνε το πρόσωπο της, ήπιε στα γρήγορα ένα καφέ και άρχισε να ντύνεται για να είναι στην ώρα της. Δουλεύει σε ένα δισκάδικο της περιοχής της και τα πρωινά είναι μόνη συνήθως.


Έβαλε γρήγορα το μαύρο φόρεμα που είχε ριγμένο στη καρέκλα, πήρε το δερμάτινο της και τις αρβύλες της και ετοιμάστηκε να βγει. Λίγο πριν την έξοδο, το μάτι της έπεσε στο ημερολόγιο. Έδειχνε 15 Φεβρουαρίου. Ένας χρόνος είχε περάσει από τότε που χωρίσανε. Και της φαινόταν μόνο μια στιγμή. ‘’Δεν περνά ο χρόνος όταν πονάς’’, σκέφτηκε και πήρε την ομπρέλα γιατί άκουγε πως ψιλοέβρεχε.

Τη μέρα όμως εκείνη, αντί να πάει στο μαγαζί είπε να περάσει πρώτα από το μικρό καφέ που πηγαίνανε μαζί τις Κυριακές και κάτι μεσημέρια με ήλιο για μπύρα. Δεν το σκέφτηκε πολύ. Δεν ήξερε γιατί το έκανε. Για να τιμήσει τις καλές στιγμές του παρελθόντος ή για να μελαγχολήσει που αυτή τη μέρα, σε εκείνο το καφέ, πριν ένα χρόνο τον είδε για τελευταία φορά.


Μπήκε γρήγορα στο καφέ σαν να ήξερε ότι κάτι την περίμενε… Οι βρεγμένες αρβύλες της έκαναν θόρυβο στο ξύλινο πάτωμα. Είχε σκεφτεί ότι θα έπαιρνε ένα καφέ για να δικαιολογήσει μέσα της την αυθόρμητη είσοδο.


Χαιρέτησε την Ελένη τη σερβιτόρα, που τη ξέρει πολλά χρόνια από τη γειτονιά και της έδωσε τη παραγγελία. ‘’Έναν espresso σκέτο’’, είπε βιαστικά, σαν να ντρεπόταν που έδινε ακόμα αξία στην ανάμνηση του και πήγε μόνο για εκείνον να πάρει καφέ…


Λίγο πριν πάρει τον καφέ, ένα χέρι την ακούμπησε απαλά και τη φώναξε με το υποκοριστικό της : ‘’Μαρούλι , τι κάνεις; ”. Χωρίς να γυρίσει, κατάλαβε ότι ήταν αυτός. Της είχε δώσει και το παρατσούκλι. Πάγωσε και δεν ήξερε αν ήθελε να τρέξει ή να γυρίσει σαν να μην συνέβαινε τίποτα.
‘’Α, γεία!’’, του είπε με ένα πικρό και γλυκό μαζί χαμόγελο. ‘’Δεν περίμενα να σε δώ εδώ και μάλιστα σήμερα’’, της είπε, ‘’Έχω έρθει άλλες δέκα φορές και δεν σε πέτυχα ποτέ. Αφού φαντάστηκα ότι μετακόμισες.’’. ‘’Όχι έδω είμαι όπως παλιά… απλά δεν έτυχε να περάσω’’. Λίγο πριν  πει αυτό που σκεφτόταν, την είδε. Το ήξερε ότι θα την έβλεπε. Αλλά δεν ήθελε να το δεχτεί. Είχε ακούσει ότι ήταν με άλλη τώρα, αλλά έτρεμε στην ιδέα να τους δεί.


Είχε περάσει ένας χρόνος και ακόμα δεν μπορούσε να τον αντικρύσει. Ούτε την αλήθεια ότι αυτός προχώρησε και δεν τη σκέφτεται πια. Και τώρα το ένιωθε ακόμα πιο έντονα. Τώρα που τον είδε ξανά.
Πριν προλάβει να της μιλήσει, πήρε τον καφέ και βγήκε από το καφέ. Του φώναξε ένα γρήγορο ‘’Τα λέμε’’ και έφυγε. Στο δρόμο δεν άντεξε να μην το παραδεχτεί.


Άρχισε να κλαίει, να τρέμει από το κρύο και το κλάμα. Έκατσε σε ένα πεζούλι. Τυλίχτηκε στο κασκόλ της και έκλαψε πολύ. Και ήταν η πρώτη φορά. Όλον αυτό το χρόνο, δεν είχε κλάψει ούτε μια φορά. ‘’Δεν με νοιάζουν οι  ευαισθησίες ‘’ ,έλεγε σε όλους, ‘’και κανένας άντρας δεν θα με κάνει να κλαίω σα μωρό’’. Ήθελε πάντα να δείχνει δυνατή. Ότι τίποτα δεν άγγιζε το ‘’εγώ’’ της και δεν άξιζε κανένας τα δάκρυα της.


Όμως εκείνη τη μέρα, ήταν μόνη και δεν μπορούσε να κρατιέται άλλο. Σκέφτηκε ότι πιεζόταν να δείχνει δυνατή και ποτέ δεν παραδέχτηκε , σε κανέναν ότι πονούσε.


Κοιτούσε τη βροχή, τον κόσμο και σκεφτόταν. Και όχι άσχημα πράγματα. Ήταν χαρούμενη που άφησε τον εαυτό της να εκφραστεί και να νιώσει τον πόνο της απουσίας. Και ήταν χαρούμενη γιατί μόνο από εκείνη τη στιγμή ένιωσε τον πόνο να φεύγει και να αισθάνεται ήρεμη. Σκέφτηκε και εκείνον και όλα τα όμορφα πράγματα που είχαν ζήσει και ένιωσε τυχερή. Γιατί ήταν δικές της όλες αυτές οι στιγμές και ας μην τις έχει πια…


Και κατάλαβε ότι αυτό που την έτρωγε τόσο καιρό δεν ήταν ο χωρισμός αλλά ο φόβος. Ο φόβος του να κλάψει και να νιώσει. Να παραδεχτεί ότι επηρεάστηκε από τον άνθρωπο εκείνο και πληγώθηκε που την έβγαλε από τη ζωή του.


Σκούπισε τα μάτια της και σηκώθηκε γρήγορα. Φυσούσε και έβρεχε. Το μαγαζί που δουλεύει ήταν κοντά. Άρχισε να περπατάει και ένιωθε πιο γαλήνια από ποτέ. Γιατί για πρώτη φορά είδε την αλήθεια. Δεν πονάει πάντα ο χωρισμός, αλλά η δικιά μας αδυναμία να παραδεχτούμε ότι συνέβη και πόσο μας πληγώνει. Και να προχωρήσουμε ακόμα και μέσα στη βροχή.